«Λαϊκές Δημοκρατίες» του Ντονμπάς: «Δημοκρατία» των ρώσων λευκοφρουρών, λαθρεμπόριο, δολοφονίες, πλιάτσικο, ψευτιά και απάτη (Μέρος Δεύτερο)

Tα πρωτόγονα, σκληρά έθιμα της πατριαρχίας των κοζάκων αναβιώνουν στη «Λαϊκή Δημοκρατία» του Λουγκάνσκ. Μαστίγωμα για «πειθαρχικό παράπτωμα» ή για διαφωνία με την πολιτική του πατερούλη (αταμάνου) Κοζάκου Νικολάι Κοζίτσιν. Η φωτογραφία είναι αλιευμένη από το ρωσικό πόρταλ «συνταγματάρχης cassad» ([1]) που αναμεταδίδει σταθερά ειδήσεις από το Ντομπάς στη ρωσική και αγγλική. Δεν «λογοκρίνει» το εθνικιστικό περιεχόμενο των λόγων των πρωταγωνιστών της σύγκρουσης, όπως κάνουν οι απολογητές του ρωσικού ιμπεριαλισμού με αριστερή προβιά γιατί το πόρταλ αυτό υπηρετεί ξεκάθαρα τον μεγαλορωσικό εθνικισμό. Επίσης, σε αντίθεση με τους απολογητές του ρωσικού ιμπεριαλισμού με αριστερή προβιά, δεν αποκρύπτει την αποκρουστική λευκοφρουρίτικη μπόχα των «Λαϊκών Δημοκρατιών».

Στο πρώτο μέρος αυτής της σειράς σημειωμάτων αναδείξαμε ότι η δήθεν «αντιφασιστική εξέγερση» στο Ντονμπάς δεν ήταν τίποτε άλλο από μεγαλορωσική εθνικιστική περιχαράκωση ρώσων μειονοτικών του Ντονμπάς ως απάντηση στο αντιδραστικό Γιουρομαϊντάν. Αυτή η εθνικιστική περιχαράκωση δεν έχει καμία σχέση με ταξική, αντιφασιστική ενότητα ρώσων και ουκρανών εργατών απέναντι στο πραξικόπημα που πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο στις 22 Φλεβάρη του 2014. Τόσο η εθνικιστική, σεκταριστική περιχαράκωση όσο και η ένοπλη παρακίνηση των φιλορώσων αυτονομιστών πραγματοποιήθηκαν με τη καθοριστική συνδρομή ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων, αρχικά τον Απρίλη του 2014 από τη στρατιωτική βάση της Κριμαίας και τον Αύγουστο του 2014, όταν οι περιβόητες «Λαϊκές Δημοκρατίες» του Λουγκάνσκ και του Ντονέτσκ απειλούνταν με αφανισμό από τη σαρωτική προέλαση του μηχανοκίνητου ουκρανικού στρατού, απευθείας από την ίδια τη Ρωσική Ομοσπονδία με την καθοριστική συμμετοχή ρώσων καταδρομέων που βαπτίστηκαν «αδειούχοι». Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αυτά τα γεγονότα, εκτός αν αμφισβητήσει τη γνησιότητα των λεγομένων των πρωταγωνιστών της σύγκρουσης και ειδικά του γενικού διοικητή των ενόπλων ρωσόφιλων εθνικιστών του Ντονμπάς που καθοδήγησε τις πρώτες ένοπλες επιθέσεις στο Σλοβιάνσκ και το Κραματόρσκ και αργότερα διοικούσε το μέτωπο στο σύνολό του μέχρι να αποχωρήσει κατόπιν άνωθεν εντολή της Μόσχας. Το όνομά του γενικού διοικητή ήταν Ιγκόρ Γκίρκιν (το ψευδώνυμό του Ιγκόρ Στρέλκοφ). Ο Ιγκόρ Γκίρκιν ήταν λευκοφρουρός και δηλωμένος νοσταλγός του τσαρισμού.

Ο ρώσος στρατιωτικός Ιγκόρ Γκίρκιν, με περγαμηνές στους δυο πολέμους εναντίον της Τσετσενίας, στη Βοσνία και στη Μολδαβία, ήταν φυτευτός στρατιωτικός σύμβουλος του φυτευτού κυβερνήτη της Κριμαίας Σεργκέι Αξιόνοφ, που επιβλήθηκε στην περιοχή με την ισχύ των ρωσικών όπλων της παρακείμενης ρωσικής στρατιωτικής βάσης τον Φλεβάρη πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα στο Κίεβο. Η ευχέρεια των κινήσεών του Ιγκόρ Γκίρκιν στα κρίσιμα σημεία της σύγκρουσης, καθώς και η συμμετοχή του στο παρελθόν σε πληθώρα στρατιωτικών μετώπων, σε ορισμένα από τα οποία δεν συμμετείχε ενεργά ή επίσημα η Ρωσική Ομοσπονδία (π.χ. Βοσνία), οδηγούν στην βάσιμη υποψία ότι ο Ιγκόρ Γκίρκιν δεν ήταν απλώς ένας ρώσος στρατιωτικός, αλλά πράκτορας της μυστικής υπηρεσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, της μετεξέλιξης της KGB, της FSB. Ο ίδιος ο Ιγκόρ Γκίρκιν ισχυρίστηκε σε συνέντευξή του τον Ιούλη του 2015 ότι ήταν αξιωματικός της FSB [2]:

«Εξάλλου, είμαι αξιωματικός της FSB και αν ήμουν καθαρός σαν περιστέρι, τότε δεν θα είχα τίποτα να κάνω σε αυτήν την υπηρεσία.»

 

Ιγκόρ Γκίρκιν (Στρέλκοφ)

Κόντρα στα μυθεύματα των απολογητών του ρωσικού ιμπεριαλισμού στη χώρα μας αλλά και στο εξωτερικό, ο στενότατος συνεργάτης του Ιγκόρ Γκίρκιν, Αλεξέι Μοζγκοβόι, ο διοικητής της ταξιαρχίας «Φάντασμα» ήταν ρώσος εθνικιστής, που από την πρώτη στιγμή τον Απρίλη απευθύνθηκε στον γνωστό ρώσο υπερεθνικιστή κοινοβουλευτικό Ζιρινόφσκι για «ηθική υποστήριξη» του αγώνα του. Είδαμε ότι ο Μοζγκοβόι δεν ενδιαφερόταν για τις «Λαϊκές Δημοκρατίες», αλλά για την απόσχιση των εδαφών της λεγόμενης Νοβοροσίγια, ενός τσαρικού γεωγραφικού όρου που περιγράφει περιοχές της νοτιοανατολικής Ουκρανίας, από τον Ντονμπάς μέχρι την Οδησσό. 

 


Η «Δημοκρατία της Νοβοροσίγια» των νοσταλγών του τσαρισμού στο Ντονμπάς. Πλέον ο καθένας γνωρίζοντας το χάρτη του μετώπου, γνωρίζει τις «αλυτρωτικές» αξιώσεις των αθυρμάτων του ρωσικού ιμπεριαλισμού που εκτείνονται από το Ντονμπάς μέχρι την Μολδαβία

Η Νοβοροσίγια δημιουργήθηκε τέλη του 18ου αιώνα μετά από απανωτές πολεμικές αναμετρήσεις της ρωσικής αυτοκρατορίας με την οθωμανική αυτοκρατορία και σύμφωνα με την Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια -όπως είδαμε αναλυτικά στο πρώτο μέρος- εποικίστηκε τόσο με ρώσους, όσο και με ουκρανούς. Για ευνόητους λόγους ο όρος Νοβοροσίγια που παρέπεμπε στην τσαρική περίοδο έπαψε να χρησιμοποιείται μετά την επανάσταση του 1917, όπως τονίζουν ρητά τόσο η Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, όσο και η σύγχρονη Μεγάλη Ρωσική Εγκυκλοπαίδεια. Τα εδάφη της Νοροβοροσίγια ήταν για πάνω από μισό αιώνα εδάφη της σοβιετικής δημοκρατίας της Ουκρανίας και σε αυτά ζούσαν τόσο ουκρανοί, όσο και ρώσοι μειονοτικοί.

Ο Μοζγκοβόι ποζάρει στο φακό καμαρωτός με στολή λευκοφρουρού αξιωματικού

 

Οι λόγοι αυτοί δεν είναι ευνόητοι για τους απολογητές του ρωσικού ιμπεριαλισμού με αριστερή και αντιφασιστική προβιά που έσπευσαν να υιοθετήσουν το εθνικιστικό προσκλητήριο αλληλεγγύης και συστράτευσης του Μοζγκοβόι και -εμμέσως πλην σαφώς- του Ιγκόρ Γκίρκιν ως…διεθνιστικό. Πραγματικά είναι να απορείς με αυτούς τους ανθρώπους. Νομίζουν ότι όλοι οι υπόλοιποι δεν έχουμε πρόσβαση στα σοβιετικά κατάστιχα και θα χάβουμε αμάσητα τα εθνικιστικά τους παραμύθια; Ηδη οι έλληνες συνοδοιπόροι του μεγαλορωσικού εθνικισμού έχουν εκτεθεί ανεπανόρθωτα με τις δηλώσεις τους υπέρ της απόσχισης της Νοβοροσίγια. Δεν θα τους κάνουμε την χάρη να τους πιάσουμε στο κείμενο αυτό, γιατί λένε τέτοιες χοντράδες, που μόνο ψεκασμένους ή πρώην οπαδούς του ΕΠΑΜ θα μπορούσαν να πείσουν. Εδώ θα αναφερθούμε στους συνοδοιπόρους τους του εξωτερικού, που βρέθηκαν στο Ντονμπάς και που δεν τολμούν ούτε κατά διάνοια να περιγράψουν τον Μοζγκοβόι ως «κόκκινο διοικητή».

Λαθρεμπόριο, δολοφονίες, πλιάτσικο, ενέδρες, απόλυτη υποταγή στη Μόσχα

Μετά την υποχώρηση από το Λισιτσάνσκ και την απόκρουση του προελαύνοντος ουκρανικού στρατού τον Αύγουστο του 2014, ο Μοζγκοβόι και η ταξιαρχία του είχαν στρατοπεδεύσει στη πόλη του Αλτσέβσκ. Εκεί ο Μοζγκοβόι έλεγχε τμήμα της διοίκησης και της παραγωγής της πόλης αυτής, συγκροτώντας το δικό του καπετανάτο. Από τον Σεπτέμβρη του 2014 η κρατική διοίκηση της «Λαϊκής Δημοκρατίας» του Λουγκάνσκ βασιζόταν στη συνεργασία αυτόνομων εθνικιστικών καπετανάτων που επέκτειναν τον έλεγχό τους στις κατειλημμένες περιοχές του Ντονμπάς. Θυμίζουμε ότι ο ουκρανικός στρατός έλεγχε μετά τον Αύγουστο του 2014 πάνω από τα μισά εδάφη του Ντονμπάς. Δεν υπήρχε ακόμη ενιαία διοίκηση στα εδάφη των αυτονομιστών. Τα βασικά καπετανάτα ήταν τρία: το καπετανάτο του Ιγκόρ Πλοτνίτσκι ενός ιντριγκαδόρου μεγαλεμπόρου πρώην στρατιωτικού του «κόκκινου στρατού», το καπετανάτο του κοζάκου λευκοφρουρού αταμάνου Νικολάι Κοζίτσιν που έλεγχε σημαντική έκταση στη «ΛΔ» του Λουγκάνσκ και το μικρότερο καπετανάτο του λευκοφρουρού Μοζγκοβόι. Πέρα από αυτά τα τρία βασικά καπετανάτα, υπήρχαν δεκάδες φρουρές αυτονομιστών με αρχηγούς που είχαν αναδειχθεί στη σύγκρουση με τον ουκρανικό στρατό και έλεγχαν μικρότερες περιοχές του Ντονμπάς. Επίσης υπήρχαν μαφιόζοι, κρυμμένοι πίσω από την ανάγκη στράτευσης, που έκαναν λαθρεμπόριο με την κυβέρνηση του Κιέβου προς όφελος των καπετανάτων.

Ιγκόρ Πλοτνίτσκι, Αλεξέι Μοζγκοβόι και ο κοζάκος αταμάνος Νικολάι Κοζίτσιν σε τυπική φωτογραφία «σύμπνοιας» για τα μάτια του κόσμου τον Οκτώβρη του 2014, λίγο πριν την έναρξη των δολοφονιών, των απειλών και των εκβιασμών.

Ο Πλοτνίτσκι ήταν ντόπιος ρώσος εθνικιστής, πρώην στρατιωτικός του «κόκκινου στρατού» και μετέπειτα μεγαλέμπορος-προμηθευτής καυσίμων. Ο αταμάνος Κοζίτσιν συγκρότησε τον στρατό των κοζάκων του Ντον με τη σημαία των λευκοφρουρών του στρατού του Ντον του εμφυλίου του 1918-1922.

Η σημαία του στρατού του Ντον του αταμάνου Κοζίτσιν (αριστερά) είναι ακριβώς ίδια με τη σημαία της βραχύβιας «δημοκρατίας» των λευκοφρουρών κοζάκων του Ντον του εμφυλίου στην ΕΣΣΔ (δεξιά). Οι απολογητές του ρωσικού ιμπεριαλισμού με αριστερή προβιά, δεν είδαν, δεν άκουσαν ποτέ για τα λευκοφρουρίτικα αίσχη στο Ντονμπάς  

 

Πλάνα από συνέντευξη του Κοζίτσιν σε ρεπόρτερ του AP στο αρχηγείο του . Διακρίνεται ψηλά αριστερά η φωτογραφία του νεοτσάρου, πατερούλη Πούτιν. Πηγή: https://youtu.be/zIltOPaMyG4

 

Τον Νοέμβρη του 2014 πραγματοποιήθηκαν εκλογές στις δυο «ΛΔ» του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ. Ο Πλοτνίτσκι εξασφάλισε το χρίσμα από τη Μόσχα στη «ΛΔ» του Λουγκάνσκ και σάρωσε με 63%. Αντίστοιχα, το κόμμα του Αλεξάντερ Ζαχαρτσένκο σάρωσε στη «ΛΔ» του Ντονέτσκ. Αρκετά κόμματα, ανάμεσά τους και το «κομμουνιστικό» κόμμα του Ντονέτσκ δεν είχαν δικαίωμα να συμμετέχουν στις εκλογές. Το δικαίωμα αυτό τους το στέρησαν εντελώς αυθαίρετα οι αρχές των «Λαϊκών Δημοκρατιών», δηλαδή οι εγκάθετοι της Μόσχας που ήλεγχαν από την πρώτη στιγμή τη διοίκηση των δυο «δημοκρατιών». Λίγο νωρίτερα ο ηγέτης του «κομμουνιστικού» κόμματος του Ντονέτσκ, Μπόρις Λιτβίνοφ, που προήδρευε του προσωρινού κυβερνητικού συμβουλίου της «ΛΔ» του Ντονέτσκ είχε χάσει τη θέση του με άνωθεν εντολή.

Διαβάζουμε άρθρο από την ρωσική Gazeta.ru στις 20 Μάη του 2016 με τίτλο «Οι κομμουνιστές του Ντονμπάς ζητούν από τον Ζιουγκάνοφ προστασία» [3]:

«Τον Μάιο του 2014, ο Λιτβίνοφ έγινε ο διευθυντής των υποθέσεων του Συμβουλίου Υπουργών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ στην κυβέρνηση του Αλεξάντερ Μποροντάι. Και από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο του 2014, ηγήθηκε του Λαϊκού Συμβουλίου της ΛΔ. Στη συνέχεια απομακρύνθηκε από τη θέση του. Μίλησαν ακόμη και για βραχύβια σύλληψη του Λιτβίνοφ.

“Μιλούσε πάρα πολύ!” - εξήγησε κυβερνητική πηγή. Ο ίδιος ο Μπόρις Λιτβίνοφ αρνήθηκε τη σύλληψη. Αλλά είναι δύσκολο να αμφισβητηθούν τα υπόλοιπα. Κατά τη διάρκεια των εκλογών του φθινοπώρου του 2014, οι κομμουνιστές της ΛΔ του Ντονέτσκ δεν είχαν τη δυνατότητα να σχηματίσουν τον δικό τους εκλογικό κατάλογο. Σε αυτές τις εκλογές αναπτύχθηκε κατά παραγγελία ένα “δικομματικό” μοντέλο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ. Μόνο η “Δημοκρατία του Ντόνετσκ” του Ζαχαρτσένκο και, σε μικρότερο βαθμό, το “Ελεύθερο Ντονμπάς” του Πάβελ Γκουμπάρεφ είχαν το δικαίωμα να προτείνουν υποψηφίους σε όλα τα επίπεδα (σ.σ.: έχουμε αναφερθεί στο νεοναζιστικό παρελθόν του Πάβελ Γκουμπάρεφ στο Πρώτο Μέρος. O Mποροντάι ήταν ρώσος υπήκοος, πολιτικός σύμβουλος του Αξιόνοφ του φυτευτού κυβερνήτη της Κριμαίας και πρώτος πρωθυπουργός της «ΛΔ» του Ντοκέτσκ. Εξαρχής, από την ίδρυσή τους, οι «ΛΔ» του Ντονμπάς διοικούνταν από ανθρώπους της Μόσχας και μάλιστα ρώσους υπηκόους με σχέση εξαρτημένης εργασίας από το ρωσικό κράτος. Στη συνέχεια, απλώς, επιλέχθηκαν ντόπιοι για να εφαρμόσουν τις ντιρεκτίβες της Μόσχας).

Σύμφωνα με πηγές της Gazeta.Ru, οι τελικοί κατάλογοι των βουλευτών επεξεργάστηκαν στη Μόσχα μετά την ψηφοφορία στις εκλογές του φθινοπώρου του 2014. Ως συμβιβασμός, προσφέρθηκε στους κομμουνιστές να συντάξουν αιτήσεις για ένταξη στη “Δημοκρατία του Ντονέτσκ” (σ.σ.: το κόμμα του Ζαχαρτσένκο). Και έτσι μπήκαν τρεις από τους βουλευτές τους στο λαϊκό συμβούλιο, αποτελούμενο από εκατό άτομα.»

Εν ολίγοις, οι «κομμουνιστές» του Ντονμπάς διατάχθηκαν να στοιχηθούν πίσω από το πολιτικό κόμμα του εκλεκτού της Μόσχας Ζαχαρτσένκο προκειμένου να αποκτήσουν κι αυτοί τρεις βουλευτές στο κοινοβούλιο της «Λαϊκής Δημοκρατίας» του Ντονέτσκ. Και οι «κομμουνιστές» του Ντονμπάς βάρεσαν προσοχή στα κελεύσματα της Μόσχας για τρεις βουλευτές στη «Λαϊκή Δημοκρατία». Οι πουτινόπληκτοι, απολογητές του ρωσικού ιμπεριαλισμού με αριστερή προβιά αποσιωπούν τα αίσχη αυτά, γιατί χαλάνε το παραμύθι για «Λαϊκές Δημοκρατίες». Οι εγκάθετοι της Μόσχας που διοικούσαν τις «Λαϊκές Δημοκρατίες» απέκλεισαν όλους όσους δεν ήθελαν στην αντιπολίτευση σε θεσμικά όργανα των «Δημοκρατιών».

Πλέον μετά τις εκλογές η Μόσχα επιζητούσε άμεση ένταξη όλων των καπετανάτων σε μια ενιαία κρατική διοίκηση και όλων των ταγμάτων και ταξιαρχιών σε έναν ενιαίο στρατό. Ο Κοζίτσιν και ο Μοζγκοβόι δεν επρόκειτο να παραδώσουν έτσι εύκολα την εξουσία που είχαν λάβει με τα όπλα.

Οι πρώτες εχθροπραξίες με την κυβέρνηση της «ΛΔ» του Λουγκάνσκ ξεκίνησαν τέλη Νοέμβρη του 2014 στην περιφέρεια που βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Κοζίτσιν στο Αντρατσίτ. Ο απολογισμός ήταν δεκάδες νεκροί μέχρι ο Κοζίτσιν να εγκαταλείψει τη θέση του και να οδηγηθεί στη Ρωσία. Στη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης ο μηχανισμός του Πλοτνίτσκι άρχισε να «διαρρέει» έγγραφα που υποδείκνυαν ότι ο Κοζίτσιν εμπορευόταν άνθρακα του Ντονμπάς με τη κυβέρνηση του Κιέβου [1]. H πλευρά του Κοζίτσιν ανταπάντησε με τη δημοσίευση εγγράφων που ενέπλεκαν τον Πλοτνίτσκι σε εμπόριο άνθρακα με την κυβέρνηση του Κιέβου. Ολα τα έγγραφα για τις πωλήσεις άνθρακα που βγήκαν από τις καταγγελίες βρίσκονται εδώ [4].

Το έγγραφο αυτό είναι έκκληση του Γενικού Διευθυντή της ουκρανικής ιδιωτικής επιχείρησης Promtechnika, Mayorov (κάτω υπογραφή), προς τον διοικητή της Εθνοφρουράς των Κοζάκων Νικολάι Κοζίτσιν. Ο Mayorov ζητά άδεια για να αγοράσει χιλιάδες τόνους άνθρακα σύμφωνα με τη σύμβαση αριθ. 01/09 με ημερομηνία 01/09/2014. Ο Κοζίτσιν παραπέμπει το έγγραφο, υπογράφοντάς το με το δικό του χέρι, και βάζει τη σφραγίδα της μονάδας του (πάνω αριστερά).


Ο φιλορώσος αρθρογράφος του ρωσικού πόρταλ «συνταγματάρχης cassad» τονίζει σκωπτικά ([1]):

«Ουσιαστικά, οι δυο πλευρές μάλωναν για το ποια από αυτές πούλησε περισσότερο κάρβουνο στη χούντα (σ.σ.: εννοεί την κυβέρνηση του Κιέβου), ενώ άλλοι “επιχειρηματίες” το πουλούσαν ημινόμιμα ή παράνομα»

Πέρα από την καταγγελία πώλησης άνθρακα, η ηγεσία του Πλοτνίτσκι κατηγορήθηκε από τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές του Ντονμπάς ότι παρακρατούσε σημαντικό τμήμα της ανθρωπιστικής βοήθειας της Μόσχας που προοριζόταν για το φτωχοποιημένο λαό του Ντονμπάς προκειμένου να το πουλά σε αλυσίδες σουπερμάρκετ και να εξασφαλίζει εισόδημα για την κλίκα του Πλοτνίτσκι. Aνάμεσα στους καταγγέλλοντες ήταν ο διοικητής της ταξιαρχίας Οδησσού Φορμίνοφ.  

 

Αριστερά ο ρώσος διοικητής της ταξιαρχίας «Οδησσός» Φορμίνοφ που συνελλήφθη από τις αρχές της «Λαϊκής Δημοκρατίας» του Λουγκάνσκ με τη κατηγορία ότι έκανε πλιάτσικο στην ανθρωπιστική βοήθεια που έστελνε η Μόσχα. Δεξιά ο Αλεξέι Μοζγκοβόι διοικητής της ταξιαρχίας «Φάντασμα». O δεύτερος δολοφονήθηκε προφανέστατα από τις αρχές της «Λαϊκής Δημοκρατίας» του Λουγκάνσκ σε ενέδρα καθ’ οδόν προς την πόλη του Λουγκάνσκ μακριά από το μέτωπο. Δυο βδομάδες πριν τη δολοφονία του είχε δεχθεί δολοφονική απειλή από τις αρχές της «Λαϊκής Δημοκρατίας» του Λουγκάνσκ. Το φωτογραφικό ενσταντανέ μπροστά από την εικόνα του Ιησού δηλώνει ξεκάθαρα αυτό που ήταν και οι δυο συγκεκριμένοι (και σχεδόν όλοι οι) διοικητές της «Λαϊκής Δημοκρατίας»: ρώσοι ορθόδοξοι εθνικιστές.


Η συντριπτική πλειοψηφία των στρατιωτικών διοικητών που συγκρούστηκαν λεκτικά δημόσια με τη διοίκηση Πλοτνίτσκι είτε δολοφονήθηκαν, είτε συνελήφθησαν με εγκληματικές κατηγορίες για πλιάτσικο στην ανθρωπιστική βοήθεια της Μόσχας και λαθρεμπόριο άνθρακα και οι μαχητές τους εξαναγκάστηκαν να ενταχθούν στην ενιαία στρατιωτική διοίκηση του «ΛΔ» του Λουγκάνσκ για να αποφύγουν τη σύλληψη και τη φυλάκιση. Ο Φορμίνοφ συνελλήφθη στις 10 Γενάρη του 2015 από τις αρχές της «ΛΔ» του Λουγκάνσκ αφότου αφοπλίστηκε η ταξιαρχία του με την κατηγορία ότι έκανε πλιάτσικο στην ανθρωπιστική βοήθεια της Μόσχας [1].

Πρώτη Γενάρη του 2015 έπεφτε νεκρός από πυρά των ειδικών δυνάμεων της κυβέρνησης της «Λαϊκής Δημοκρατίας» του Λουγκάνσκ ο κατά κόσμον Αλεξάντερ Μπεντόφ, ο διοικητής Μπάτμαν, διοικητής του τάγματος «Μπάτμαν», ενός τάγματος της ελίτ των καταδρομέων των φιλορώσων αυτονομιστών με σήμα τη νυχτερίδα. Η δολοφονία του Μπάτμαν πραγματοποιήθηκε καταφανέστατα με ενέδρα στο ένοπλο κονβόι του που μετακινούνταν μακριά από το μέτωπο. Ο Μπάτμαν και η συνοδεία του (συνολικά 6 ένοπλοι) δέχτηκαν ακαριαία επίθεση χωρίς να είναι σε θέση να προβάλλουν αντίσταση. Είναι δεδομένο ότι του την είχαν στημένη, γνωρίζοντας ακριβώς το δρομολόγιό του και ότι η δουλειά έγινε από σπεσιαλίστες των ειδικών δυνάμεων. Μέλη του τάγματος εξηγούν στην κάμερα ότι η ομάδα του Μπάτμαν δεν πρόλαβε να κάνει κιχ [4].

Από τη συνέντευξη των μελών του τάγματος Μπάτμαν. Ο ένας οπλίτης λέει: «Η ανακριτική επιτροπή θα επιβεβαιώσει ότι δεν βγήκε ούτε μια σφαίρα από τα όπλα των ανθρώπων μας»


 

Τελικά την ευθύνη της επίθεσης ανέλαβε η ίδια η γενική εισαγγελία της «Λαϊκής Δημοκρατίας» του Λουγκάνσκ. Υποτίθεται ότι ο Μπάτμαν και η συνοδεία του αρνήθηκαν να αφοπλιστούν και αντιστάθηκαν στη σύλληψη για κατηγορίες όπως: παράνομη φυλάκιση δύο ή περισσότερων ατόμων, βασανιστήρια με όπλα, δολοφονίες, απαγωγές πολιτών, παράνομη φυλάκιση, εκβιασμό και ληστείες.

Ο Μπάτμαν θεωρείτο από τους ρώσους εθνικιστές ξεχωριστή ηγετική φυσιογνωμία του Ντονμπάς, λόγω της ενεργού συμμετοχής του στην ένοπλη παρακίνηση των φιλορώσων αυτονομιστών στο Ντονμπάς από την πρώτη στιγμή.  

Το γνωστό ρωσικό πρακτορείο Ria Novosti μετέδωσε τα εξής για τη δολοφονία του Μπάτμαν [5]:

«Κοντά στην πόλη Λουτουτζίνο, κονβόι της Ομάδας Ταχείας Αντίδρασης του Υπουργείου Άμυνας της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονμπάς "Μπάτμαν" (σ.σ.: έτσι λεγόταν η μονάδα των ειδικών δυνάμεων του Μπάτμαν) δέχθηκε επίθεση από άγνωστους. Στη στροφή προς το Λουτουτζίνο, η ομάδα δέχτηκε επίθεση από πολυβόλα, εκτοξευτές χειροβομβίδων και φλογοβόλα. Το σώμα του διοικητή της ομάδας – Αλεξάντερ Μπεντνόφ, γνωστός με το ψευδώνυμο "Μπάτμαν", βρέθηκε σε ένα θωρακισμένο μίνιμπας. Σκοτώθηκαν επίσης πέντε μαχητές της ομάδας συνοδείας.

Oπως αναφέρθηκε αργότερα από την υπηρεσία Τύπου της Γενικής Εισαγγελίας της Λαϊκής Δημοκρατίας του Λουγκάνσκ, το Κρατικό Γραφείο Άμυνας του Υπουργείου Άμυνας, (σ.σ.: ο Μπεντνόφ) δέχτηκε επίθεση από υπαλλήλους της ειδικής μονάδας του Υπουργείου Εσωτερικών της δημοκρατίας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, ο Μπεντνόφ, απέναντι στις απαιτήσεις των αξιωματικών επιβολής του νόμου της δημοκρατίας, "αρνήθηκε να αφοπλιστεί και πρόσφερε σκληρή ένοπλη αντίσταση".

“Στις 30 Δεκεμβρίου 2014, η Γενική Εισαγγελία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Λουγκάνσκ άσκησε ποινική δίωξη κατά μελών του τάγματος Μπάτμαν, με τα ψευδώνυμαα «Manyak», «Omega», «Dak», «Chechen», «Batman», "Luish", "Fobus", " Janek", "Khohol", "Saturday", "Zema", "Tabletka" και άλλα σχετικά με τα γεγονότα της παράνομης φυλάκισης δύο ή περισσότερων ατόμων, βασανιστηρίων με όπλα, καθώς και δολοφονιών, απαγωγές πολιτών, παράνομη φυλάκιση, εκβιασμό και ληστείες», ανέφερε η Γενική Εισαγγελία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Λουγκάνσκ.

Ωστόσο,  […] ορισμένοι διοικητές πολιτοφυλακής - ιδίως - ο Πάβελ Ντρέμοφ, ο Αλεξέι Μοζγκόβοϊ, ο πρώην διοικητής της πολιτοφυλακής στο Ντονμπάς Ιγκόρ Στρέλκοφ, είχαν τη δική τους άποψη για το τι συνέβη. Μερικοί από αυτούς ανακοίνωσαν εσωτερικές πολιτικές εντάσεις στη δημοκρατία. Ο ίδιος ο Στρέκλοφ επέκρινε τη δολοφονία του Μπεντνόφ, χαρακτηρίζοντάς την επιβλαβή για τη Νοβοροσίγια.»

Σε συνέντευξή του ο Στρέλκοφ έλεγε τα εξής για τη δολοφονία του Μπάτμαν [6]:

«η δολοφονία του Μπεντνόφ είναι "ένα σοβαρό έγκλημα που στοχεύει να βλάψει τη Νοβοροσίγια" και "η εξάλειψή του πραγματοποιήθηκε με τις χειρότερες παραδόσεις της "αναμέτρησης" των συμμοριών της δεκαετίας του '90".»

Ο δολοφονημένος διοικητής Μπάτμαν, Αλεξάντερ Μπεντνόφ

Ο Μοζγκοβόι δεν ακολούθησε την ένοπλη σύγκρουση, όπως ο Κοζίτσιν. Υπέκυψε παραδίδοντας σημαντικό τμήμα από τις στρατιωτικές του δυνάμεις στον ενιαίο στρατό της κυβέρνησης του Πλοτνίτσκι. Διατήρησε, όμως, όσο μπορούσε τη σχετική του αυτονομία από την κυβέρνηση της «ΛΔ» του Λουγκάνσκ στα μετόπισθεν. Στο βαθμό που διατηρούσε έστω έναν ελάχιστο διακριτό ρόλο αντιπολιτευόμενου στο καθεστώς αυτό, θεωρείτο εχθρός και γρήγορα βρέθηκε υπό δυσμένεια. Η τροφοδοσία του από τη Ρωσία περιορίστηκε στο ελάχιστο.

Ο Μοζγκοβόι δολοφονήθηκε στις 23 Μάη του 2015 ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που δολοφονήθηκε ο Μπεντνόφ τη 1η Γενάρη του 2015. Η μηχανοκίνητη συνοδεία του δέχθηκε επίθεση καθ’ οδόν στο δρόμο που συνδέει τον Αλτσβέσκ με το Λουγκάνσκ, μακριά από το μέτωπο. Οι επιτιθέμενοι προφανέστατα γνώριζαν το δρομολόγιο. Οι μαχητές του Μοζγκοβόι και ο ίδιος δεν προέβαλαν καμία αντίσταση, γιατί δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν. Βρέθηκαν σε ενέδρα ειδικών δυνάμεων και έπεσαν αμέσως νεκροί.

 

Η ρωσική λευκοφρουρίτικη δημαγωγία εναντίον των «φιλελεύθερων» ολιγαρχών

Ολα αυτά τα γεγονότα έχουν συγκαλυφθεί με επιμέλεια από τους απολογητές του ρωσικού ιμπεριαλισμού στη χώρα μας και διεθνώς. Συγκαλύφθηκαν εγκληματικά για να περάσουν το μύθευμα ότι στο Ντονμπάς πραγματοποιείται μια αντιφασιστική εξέγερση, ενώ στην πραγματικότητα από τον Απρίλη του 2014 ορθωνόταν ένα λευκοφρουρίτικο προπύργιο, όμοιο με τις «δημοκρατίες» των λευκών του 1918-1922 στην Ουκρανία.

Το μύθευμα της «αντιφασιστικής εξέγερσης» για να σταθεί χρειαζόταν ένα αφήγημα που περιλαμβάνει δηλώσεις παραγόντων των «ΛΔ» που να μοιάζουν κάπως με αντικαπιταλιστική ρητορική, κάποιες δηλώσεις εναντίον των μεγιστάνων του κεφαλαίου (των «ολιγαρχών») που λυμαίνονταν την Ουκρανία. Ο δημαγωγικός λόγος του Μοζγκοβόι περιείχε τέτοιες δηλώσεις και από κει πιάστηκαν οι «διεθνιστές» αλληλέγγυοι προκειμένου να βαπτίσουν τους φιλορώσους αυτονομιστές του Ντονμπάς ως «αντιφασίστες».